Ο Peter Sagal, συντάκτης στο Runner’s World ταξίδεψε μέχρι την Ουάσιγκτον για να ανακαλύψει αν η μαριχουάνα “βοηθάει” τους δρομείς. Πηγαίνοντας σ΄ ένα από τα ντόπια καταστήματα που πουλάνε μαριχουάνα, είπε: “θέλω να ζητήσω κάτι ιδιαίτερο. Είμαι σε διαδικασία να γράψω ένα άρθρο σε περιοδικό και ο λόγος που θέλω να αγοράσω «χόρτο» είναι ότι διάβασα στην περίφημη εφημερίδα “The Wall Street Journal” για δρομείς που χρησιμοποιούν τη μαριχουάνα σαν φάρμακο που βελτιώνει την απόδοση στο τρέξιμο. Όλοι οι δρομείς που αναφέρθηκαν, ονομαστικά και ανώνυμα, ήταν υπερμαραθωνοδρόμοι και μιλούσαν για την ιδιαίτερη αξία του χόρτου σε κάποιον που τρέχει συνήθως 240 χιλιόμετρα την εβδομάδα. Για την ιστορία, ο υπερμαραθωνοδρόμος Jenn Shelton είπε ότι η μαριχουάνα βοηθάει τους δρομείς να “διαχειριστούν… τον πόνο, να μην κάνουν εμετό, και να παραμείνουν ψύχραιμοι”.

Ο Sagal λέει: “Δεν είμαι υπερμαραθωνοδρόμος, αλλά όπως και να ‘χει είχα πάθει ένα μικρό σοκ: Εγώ δεν μπορώ να τρέξω ούτε με μια μικροποσότητα αλκοόλ στον οργανισμό μου, τη στιγμή που νιώθω ζαλάδα και ναυτία. Σε περιπτώσεις που τα είχα…τσούξει με μερικά ποτάκια παραπάνω το προηγούμενο βράδυ, αναγκάστηκα να ακυρώσω την πρωινή προπόνηση. Όσον αφορά το χόρτο, όπως και οι περισσότεροι της γενιάς μου, έχω δοκιμάσει, και δεν μπορώ να πω ότι δεν μου άρεσε κάποιες φορές. Αλλά ποτέ δεν είχα δοκιμάσει να κάνω το οτιδήποτε παραπάνω με αυτό πιο περίπλοκο από το να φτιάξω ποπ κορν στο φούρνο μικροκυμάτων (τα οποία υπό αυτές τις συνθήκες είναι ακόμα..πιο νόστιμα). Αλλά άσε στην άκρη το ερώτημα του αν το χόρτο βοηθάει έναν δρομέα- δε θα μπορούσα καν να φανταστώ να βάζω επιτυχώς το ένα πόδι μπροστά από το άλλο υπό αυτήν την επήρεια. Πώς στο καλό θα μπορούσε να λειτουργήσει κάτι τέτοιο; Το ταξίδι στην Ουάσιγκτον, όπου έχει νομιμοποιηθεί και πωλείται η μαριχουάνα, μου έδωσε την ευκαιρία να μάθω.

Είχα επισκεφτεί κάποτε μία ιατρική κλινική στην Καλιφόρνια για τη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ, και όλα εκεί ήταν με ήπιο φωτισμό, με υπαλλήλους εκπαιδευμένους να μιλούν και να λειτουργούν σαν φαρμακοποιοί. Το μαγαζί “Uncle Ike’s Pot Shop” στο Σιάτλ, βέβαια, είναι ένα μέρος που δεν μπορείς να το πιστέψεις ότι υπάρχει. Είναι διακοσμημένο με περίεργα ψυχεδελικά φώτα, και αφίσες από ταινίες, και το προσωπικό είναι ευδιάθετο (προφανώς!) και γνωρίζει πάρα πολύ καλά το προϊόν του. Φαντάσου μία κάβα ποτών όπου οι υπάλληλοι είναι μια αρμαθιά ενθουσιωδών αλκοολικών – “A, θες να μεθύσεις ενώ κοιτάς τις φωτογραφίες του πρώην/της πρώην σου; Θα σου συνιστούσα βότκα!”

Εμένα αυτό που με ενδιέφερε ήταν να ρωτήσω ποια από όλες αυτές τις καλλιέργειες και ποικιλίες «καλού περιεχομένου» θα μπορούσε να βοηθήσει σε αποδοτικότερο τρέξιμο. Ο πωλητής επέμενε για μια καλλιέργεια “sativa”, λέγοντας ότι είναι καταλληλότερη για πνευματική συγκέντρωση και σωματική δραστηριότητα, δημιουργώντας περισσότερη σωματική ευφορία παρά «χαλάρωση». Φαντάζομαι ότι εννοούσε ότι οι κλασικές ποικιλίες που βρίσκεις και καταναλώνεις έτσι αβίαστα, λογικά θα σε κάνουν να καταλήξεις σε κάποια γωνιά του δρόμου, μη μπορώντας να πάρεις τα πόδια σου.

Το μεγαλύτερο πείραμα έλαβε μέρος δύο μέρες αργότερα. Σύμφωνα με την εφημερίδα “The Wall Street Journal”, η μαριχουάνα χρησιμοποιείται κυρίως από τους δρομείς μεγάλων αποστάσεων trail, αλλά το τελευταίο πράγμα που ήθελα να κάνω είναι να «κάνω κεφάλι» και να βρεθώ χαμένος σε κανένα δάσος. Αντίθετα, ήθελα ένα μικρό αγώνα, που να μην είναι δυνατό να χαθώ και να μπορέσω να περπατήσω πίσω στο αρχικό σημείο, αν το τρέξιμο πήγαινε τόσο χάλια όσο το φοβόμουν. Η προφανής επιλογή ήταν το μονοπάτι στο Capitol Lake Park στην Olympia, με γύρο 2,5 χιλιόμετρα.

O οδηγός μου ήταν ο φίλος μου Bob Haft, ένας καθηγητής στο κοντινό Κολέγιο της Πολιτείας του Evergreen. Καθόμουν στη βεράντα του σπιτιού του, άναψα την καινούρια πίπα μου και έκανα μερικές βαθιές ρουφηξιές από το “Green Crack”. (Οι δρομείς που δεν είναι fans του καπνίσματος αναφέρεται ότι προτιμούν βρώσιμα προϊόντα που έχουν εγχυθεί με μαριχουάνα, όπως κέικ και brownies, αλλά είχα προειδοποιηθεί ότι είναι δυσκολότερο να προβλέψεις τις επιπτώσεις των φαγώσιμων). Μέσα σε μερικά λεπτά, συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου μου “φώτισαν”, ενώ άλλες “έσβησαν”. Έπειτα από μία σύντομη αλλά ενδιαφέρουσα βόλτα με το αμάξι αργότερα, ήμασταν στο πάρκο.

Σχεδόν κατευθείαν μόλις άρχισα να τρέχω στο μονοπάτι δίπλα στη λίμνη, με πλησίασε ένας άντρας που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, χωρίς μπλούζα και με κόκκινα, φλεγόμενα μαλλιά και μούσι φωνάζοντας: “ΕΙΜΑΙ Ο ΣΑΤΑΝΑΣ!”. Προσπεράσαμε ο ένας τον άλλον χωρίς επιπλέον σχόλιο, ωστόσο του έγνεψα ευγενικά, έχοντας πάθει εγκεφαλικό από το άγχος και σκεπτόμενος, «φίλε, ελπίζω και οι άλλοι άνθρωποι να μπορούν να βλέπουν αυτόν τον άντρα…». Δεν ένιωθα θολωμένος ή με το κεφάλι μπερδεμένο: ένιωθα, όπως μου είχαν υποσχεθεί, σαν να ήμουν πολύ πιο συγκεντρωμένος. Σκεφτόμουν πάρα πάρα πολύ ζωηρά και έντονα. Το πρόβλημα ήταν ότι τις ζωηρές μου σκέψεις ήταν δύσκολο να τις κρατήσω για παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο. Ένιωθα λες και το μυαλό μου ήταν ένα χάμστερ πάνω σε ένα διάδρομο που δε μπορούσε να παραμείνει ακίνητο. Η μεγαλύτερη έκπληξη του τρεξίματος ήταν ότι έγινε εξ’ ολοκλήρου. Παρά την κατάστασή μου, ένιωθα τέλεια ικανός να τρέξω σε ξεκούραστο ρυθμό, γύρω στα 6’/km. Αυτό ήταν για μένα εντυπωσιακό. Όπως και να ‘χει, συνέχισα να πηγαίνω προς τα μπροστά…αν εξαιρέσεις βέβαια τις στιγμές που έχανα τη συγκέντρωσή μου και περπάταγα…αλλά αυτό το κάνω και όταν είμαι εντελώς νηφάλιος.

Η βασική απογοήτευση ήταν ότι ακόμα κι έτσι, το τρέξιμο απαιτούσε πλήρη προσπάθεια. Η ελπίδα ότι θα αισθάνομαι ξαφνικά πανάλαφρος ή ότι θα υποπέσω σε μια κατάσταση όπου δε θα χρειάζεται καθόλου προσπάθεια, εξανεμίστηκε. Όταν ολοκλήρωσα τον πρώτο γύρο 2,5 χιλιομέτρων, ένιωθα σαν να έχω τρέξει 2,5 χιλιόμετρα και δεν ήμουν και στην πιο τέλεια κατάσταση για τον δεύτερο γύρο.

Κι έτσι βγήκε. Αν και είχα πλήρη επίγνωση του πού βρισκόμουν και του τι έκανα, του πόσο μακριά είχα φτάσει, ταυτόχρονα ένιωθα πάρα πολύ…μακριά από αυτό. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ παραπάνω από μερικά δευτερόλεπτα στη δρομική μου προσπάθεια. Όλοι έχουμε βιώσει αυτό το «τούνελ» κατά τη διάρκεια ενός πολύ δύσκολου τρεξίματος, όπου λέμε στον εαυτό μας, «μέχρι εκείνο το δέντρο…», και μετά από το δέντρο, «μέχρι εκείνη την ταμπέλα…», για να καταφέρουμε να επιβιώσουμε εκείνη την ώρα, βήμα στο βήμα από όλο αυτό το προσωρινό «βασανιστήριο». Το να μην μπορώ να συγκεντρωθώ σε τίποτα για παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο ήταν κάτι – αλλά το να μην μπορώ να συγκεντρωθώ στο πόσο μακριά είχα τρέξει και στο πόσο ακόμα είχα να πάω, ήταν λίγο-πολύ συναίσθημα απερίγραπτο.

Για παράδειγμα, καθώς τελείωνα το δεύτερο γύρο, αποφάσισα να αλλάξω λίγο την απόσταση και να κατευθυνθώ προς έναν απότομο λόφο μετά τη λίμνη. Το έδαφος είναι καθαρά trail, με διακοπές, βραχώδες και αν ήμουν νηφάλιος δε θα το σκεφτόμουν καν, έβαζα πάντα φραγμό σε αυτές τις διαδρομές. Αλλά εκείνη τη μέρα δεν ήμουν καν ικανός να σκεφτώ τόσο σύνθετα, έτρεξα απλώς προς τα εκεί. Δεν ήμουν καν σίγουρος πόση ώρα έτρεχα και πόσο ακόμα είχα για την κορυφή, αλλά ήξερα για μια στιγμή ότι η «αποστολή» μου ήταν να τρέξω το λόφο, και αυτό ήταν μια χαρά για μένα. Έτσι απλά τον έτρεξα και με την ίδια άνεση τον κατέβηκα μέχρι να βρω ξανά τον φίλο μου τον Bob. Καθ’ όλη τη διάρκεια του τρεξίματος ο ρυθμός μου ήταν πιο αργός από το συνηθισμένο, οπότε δε συνιστώ σε κανέναν που θέλει να τα πάει καλά σε έναν αγώνα να χρησιμοποιήσει «χόρτο» προηγουμένως (μπορεί ωστόσο να κάνει μια κακή επίδοση να μη φαίνεται τόσο άσχημη τελικά). Καλύτερα για μένα μόνο για τη συνοδεία στα ποπ κορν μου. Ίσως μόνο αν  είχα να αντιμετωπίσω ένα πολύ μεγάλο long run μόνος μου, εγώ και οι σκέψεις μου, ίσως να ήταν ένας τρόπος να κάνω αυτές τις σκέψεις πιο ενδιαφέρουσες.

Τελικά ο φίλος μου ο Bob ήταν εκεί που τον είχα αφήσει στην αρχή, αλλά είχα χάσει το πού ήταν εκείνη η αρχή. Ποιος είπε ότι δεν μπορείς να χαθείς ακόμα και σε μία κυκλική διαδρομή;

Αυτή ήταν η προσωπική εμπειρία του Peter Sagal, σε μια χώρα με εντελώς διαφορετική νοοτροπία από εμάς. Το Runster απλώς την παραθέτει. Μην το δοκιμάσετε.


Πηγή: runnersworld.com